Η Παιονία μέσα από την ποίηση (μικρή ανθολογία)

Στο μεγάλο ρεύμα του Αξιού – (Γεώργιος Βαφόπουλος)
Πόσες φορές στο ρεύμα σου, μεγάλε, ερχόμουν, ποταμέ,
τα παιδικά μου ονείρατα στο φλοίσβο σου να πλέκω.
Άλλη τρανότερη ευτυχία ποτέ δε στάθηκε για με,
στο επίσημό σου πέρασμα μ’ έκσταση θεία να στέκω.
Η ελληνική παράδοση νύμφη δε σούδωκε καμιά,
συντρόφισσα λαχταριστή, κι ούτε καν φαύνο φίλο.
Όμως το ρεύμα, όταν ξεσπά στην άγριά σου ακροποταμιά,
ξυπνά μαζί και τον αρχαίο του Κράλη Μάρκου θρύλο.


Από τη συλλογή Τα ρόδα της Μυρτάλης (1931)
Γ. Θ. Βαφόπουλος "Άπαντα τα ποιητικά" Θεσσαλονίκη, εκδ. παρατηρητής - 1990


#


Περσικά δώρα (Ντίνος Χριστιανόπουλος)


Λένε πως γύρω στα 600 π.χ. οι Πέρσες
ανακάλυψαν τα άρβυλα. Με αυτά διείσδυσαν
σιγά σιγά σ’ όλο τον κόσμο αρχίζοντας
απ’ την Ελλάδα, όπως μαθαίνουμε
απ’ τον Αισχύλο και τον Ευριπίδη.
Μα πιο πολλά σπουδάσαμε
στο ίδιο το Βαρδάρι.

Αλλά και το Βαρδάρι είναι λέξη περσική.
Προέρχεται από μια τουρκοπερσική φυλή,
τους Βαρδαριώτες, που ο βασιλιάς του Βυζαντίου
Θεόφιλος, το 837, τους νίκησε
και τους μετέφερε κοντά στον Αξιό,
λίγο πιο πάνω απ’ τη Θεσσαλονίκη.
Οι νέοι κάτοικοι ονόμασαν τον ποταμό Βαρδάρη,
κι από αυτόν πήρε το όνομά του
όχι μόνο ο αέρας που κάνει άνω κάτω τη Μακεδονία
αλλά κι ίδια η αμαρτωλή πλατεία της Θεσσαλονίκης.

Αρβύλες και Βαρδάρι, λοιπόν,
τα δύο ανεκτίμητα περσικά δώρα
προς την ερωτική Θεσσαλονίκη·
αυτήν που ξέρει να αισθάνεται
μονάχα ό,τι λατρεύει.

Ντίνος Χριστιανόπουλος «Παράξενο, πού βρίσκει το κουράγιο κι ανθίζει» Εκδόσεις Αιγαίον - 2010



#

 
Παιονία  (Σάκης Αθανασιάδης)


Απ’ τη σιωπή με λίγες λέξεις
Θα σκαρφαλώσω στο λόφο Άνοιξη
Πίνοντας με το βλέμμα πράσινο
Ατέλειωτο φως.
Θα μαζέψω λίγο κόκκινο χώμα
Το αίμα της ιστορίας
Και άνεμο.
Απ’ τα μυστικά του Αξιού
Στην πλάτη ενός κορμού
Θα φτάσω στη θάλασσα
Μες στο Αιγαίο να σκορπίζω
Τις μυρωδιές της πατρίδας μου.

Σάκης Αθανασιάδης – «Ένας ακόμη δρόμος»



#



Ματωμένος δρόμος (Θοδωρής Βοριάς)


Ο παλιός δρόμος που έβγαζε
απ’ τα Πλάγια στην Αξιούπολη
έμεινε  χωματόδρομος κι ερημωμένος.
Κανένας δεν κατηφορίζει
για τ’ αγίασμα της Άγια-Παρασκευής.

Τα δύσκολα χρόνια
δούλεψε τσεκούρι και λεπίδι.
Τα δύσκολα χρόνια
στοιχειώσανε τα κατατόπια.

Ο ένας αδερφός αντάρτης,
ο άλλος στα Τάγματα
κι ανάμεσά τους η κόκκινη στράτα
που κατάπιε ολόκληρο χωριό,
το Δρέβενο.

Ύστερα, απ’ τα Πλάγια στην Αξιούπολη,
βρέθηκε άλλος δρόμος.
Ασφαλτόδρομος.
Να μη φοβάται
να περάσει κι η ιστορία.

Θοδωρής Βοριάς «Χαμένες ψηφίδες»



#


Βαρδάρης  A. ARIC

 (Απόδοση από το τουρκικό Κώστας Γαβριηλίδης)
[Από το περιοδικό ΜΟΡΦΕΣ τχ.1 – Οκτώβριος 1948]

Με τα νερά ερωτεύομαι που τρέχουν στα ποτάμια
και τα πικρά τα ντέρτια μου τους εξομολογιέμαι.
Με νανουρίζει το γλυκό και θείο κελάρυσμά τους
και μου περνούν τα βάσανα με τη γοργή ροή τους.

Βαρδάρη, της Μακεδονίας εστάθηκες η μάννα.
Σ’ εσένα η φαντασία μου πετάει σαν πεταλούδα.
Απάνω στα ψηλά βουνά ξεχύνονται οι πηγές σου
και ήρεμα τρέχουν, καθαρά, γαλήνια, τα νερά σου.
Κάτω στον κάμπο τον πλατύ κυλάς θολό ποτάμι
και πλημμυρίζοντας συχνά χωριά και χώρες πνίγεις.
Το ρέμα σέρνει των παιδιών τις κούνιες στην ορμή του
και κάνει να μοιρολογούν εκατοντάδες μάννες.
Μικρά παιδάκια ακούγαμε το ζωντανό το θρύλο,
πως πιάσανε στη Γευγελή κούνιες με τις φασκιάς τους.
Ποτάμι, εσύ ανελέητο, του ολέθρου εσύ, ποτάμι.

Όμως τριγύρω σου ζωή και χαρμονή σκορπίζεις.
Τριάντα τρία στο πνεύμα μου σ’ έχω κλεισμένο χρόνια.
Πολλές φορές σ’ ατένισα μέσα στα ονείρατά μου.
Κι απ’ την ημέρα που μικρός επέρασα κοντά σου,
αχνάρια ετύπωσες βαθιά μες στην αθώα ψυχή μου.
Μια μέρα θα γενείς πηγή ευημερίας για όλους
και θα σκορπάς τριγύρω σου παντού την ευτυχία.
Στα διάφανά σου τα νερά θα λάμπει το φεγγάρι
και θάρχονται χαρούμενοι, παιδιά, γυναίκες κι άντρες.
Ειν’ ένας χρόνος που ξανά κοντά σου έχω περάσει.
Μαγεύτηκα. Δε χόρταινα ώρες να σε κοιτάζω.
Απόλαυσα ατενίζοντας τα ορμητικά σου ρείθρα.
Και είχα βυθιστεί βαθιά στη φοβερή σου δίνη.

Μα τώρα πούμαι μοναχός πολύ μακριά από σένα,
γιατί δε με τραβάς ξανά στις όχθες στα νερά σου;



#



Του Βουνού (Γιάννης Μυτιληναίος)

Ω εσύ Πάικο
όρος ανάποδο
δίχως φεγγάρια
δίχως φως
Ω Πάικον όρος
με την κορφή σου κάτω
στα τρεις χιλιάδες πόδια
βαθιά μέσα στη θάλασσα
σε μια ζώνη που τη λεν
αβυσσοπελαγική
σ’ ένα μέρος
που άνθρωπος δε ζει
ζουν μόνο κάτι όντα
παράξενα, γλυκά
δίχως μάτια
με διάφανο κεφάλι
θα ζήσω κι εγώ
θα μάθω να ζω
δίχως φεγγάρια
δίχως φως
δίχως αέρα
θα ζήσω νεκρός
μα μακριά
απ’ των ανθρώπων το κακό
Ω ανάποδο Πάικο
μακάριο βουνό
τρεις χιλιάδες πόδια
απ’ τ’ ανθρώπου το κακό
αν μόνο μπορούσα
τα ρούχα μου θα έσκιζα
τα γόνατα θα μάτωνα
στ’ αγκάθια των πλαγιών σου.


#

Μοναχικός γυρισμός (Χρήστος Τουμανίδης)

Γυρίζοντας μεσάνυχτα στο σπίτι
είδα την απουσία σου.
Κρατήθηκα μια στιγμή από πράγματα σκοτεινά.
Πάτησα το διακόπτη και κοίταξα πάλι.
και είδα
το πρόσωπό σου μοιρασμένο
σε κομμάτια χαρτιού,
σε ακμές γυάλινες.
Στο τασάκι με τα πολλά ζουπιγμένα απογεύματα.

Μέσα σε στάχτες είδα το πρόσωπό σου.
Και το πρόσωπό μου.

Γυρίζοντας μεσάνυχτα
μάλωσα με τα πιο οικεία μου αντικείμενα.
Οι φωτογραφίες άδειασαν ξάφνου απ' τα πρόσωπα.
Έγιναν μικρές τετράγωνες νύχτες.

Που να βρίσκεσαι τώρα;
Σε ποια πλαγιά ανηφορίζεις μοναχή;
Ποια δέντρα επωμίστηκαν τις στιγμές σου;

Γυρίζοντας, είδα
το Πάικον στη μέση της κάμαρας.
Την Λιθαριά με φεγγάρι και
τα σκυλιά να γαυγίζουν.
Είδα τα χορταριασμένα παιδικά απογεύματα.
Την Κυριακή με το κουτσό της ποδάρι,
να κλωτσάει
ακόμα και την πιο ανθρώπινη επιθυμία μου,
"να τρέξω να προλάβω το Καλοκαίρι".

Από ένα παράθυρο κλειστό, αγνάντεψα τις λιακάδες,
τον Γαλαξία με τους άγνωστους παιδότοπους,
τα νερά και τη γέφυρα του Αξιού.
Από ένα παράθυρο χαμηλό
τόσο που,
λες κι ακούμπαγε στο χώμα.

Αλλά εσύ
σε ποια γωνιά αγωνίας τώρα;
Πάνω σε ποιο πλευρό της νύχτας ονειρεύεσαι;
Ω! ας ήταν ο ύπνος μια γέφυρα νοητή ανάμεσά μας!
Ανάμεσα στην Έδεσσα και το Χαϊδάρι.
Μια κορδέλα ας ήταν, ο μακρύς δρόμος
έτσι που, μια κίνηση του χεριού να τον τυλίξει
στοιβάζοντας τα χιλιόμετρα.
Τα βουνά,
τις πεδιάδες και
να σ' έφερνε πάλι κοντά μου!

Έτσι για να μπορώ να μπαίνω όπως πρώτα στο σπίτι.




Χρήστος Τουμανίδης "Η ώρα του λιμανιού", 1987 


#

Θάνατος της δασκάλας Αικατερίνης Χατζηγεωργίου


- Παιδιά μου , γιατί χύνεται δάκρυα με τόση λαύρα
κι όλα φοράτε μαύρα στο έρμο αυτό σχολειό ;
- Έκαψαν τη δασκάλα μας Βούλγαροι δολοφόνοι
κι έχουμε μείνει μόνοι , χωρίς μανούλα πλειό .
Γιατί από μάνα πιο πολύ μας αγαπούσε εκείνη ,
η δόλια Αικατερίνη από τη Γευγελή .
Της είπαν να παραδοθεί τα τέρατα εκείνα.
Μ' αυτή σαν Μπουμπουλίνα, ενώ πυροβολεί, τους λέει
" Δεν παραδίνεται ποτέ της μια Ελληνίδα ".
Κι ως λύκαινα ηρωίδα τρεις ώρες τους κρατεί.
Μα τέλος την εκάψανε κι επέταξε στα ουράνια
κι εμάς σε μαύρη ορφάνια μας άφησε στη γη . 

Ελληνική παράδοση (1904)
Πηγή: http://ellinikofos.blogspot.gr/2011/10/blog-post_16.html

#