Ιστορικά στοιχεία της ευρύτερης περιοχής Παιονίας


Αρχαίοι χρόνοι

  

   Στην ιστοσελίδα της wikipedia σε θέμα σχετικό με το Κιλκίς αναφέρεται ό,τι: κατά το 12ο αιώνα π.Χ. η περιοχή της Παιονίας και Αμφαξίτιδας κατοικήθηκε από Κρήτες, που ονομάστηκαν Βοττιαίοι, λόγω του οικιστή Βόττωνα. Οι Βοττιαίοι ίδρυσαν, στην περιοχή την Αταλάντη (σημερινή Αξιούπολη), τη Γόρτυνα (σημερινή Γοργόπη) και την Ειδομένη.


Παίονες
  
   Η περιοχή της Παιονίας πήρε το τοπωνύμιό της από τους αρχαίους κατοίκους της. Σχετικά με τους αρχαίους Παίονες η ιστοσελίδα της Θρακικής Εστίας Θεσσαλονίκης αναφέρει:
   Παίονες: Ισχυρότατη Θρακική φυλή, υποδιαιρούμενη σε πολλές μικρότερες φυλές : Σιροπαίονες, Γρααίοι, Λαιαίοι, Παίοπλες, Παναίοι. Κατοικούσαν βόρεια της Δοϊράνης Λίμνης, και στις δύο όχθες του Αξιού ποταμού. Προς Βορά συνόρευαν με τους Δαρδανούς και τους Αρδιαίους Θράκες, εκτείνονταν ανατολικά μέχρι την Πρασιάδα λίμνη και πέρα από το Στρυμόνα ποταμό μέχρι το Παγγαίο όρος.
   Κατά τους ιστορικούς, την παλαιά εποχή, οι Παίονες είχαν καταλάβει μεγάλο μέρος της σημερινής Νότιας Μακεδονίας την Κρηστωνίδα, τη Μυγδονία και μέρος της Χώρας των Αγριάνων (ιππομάχων=Πομάκων) μέχρι το Παγγαίο όρος. Είχαν εκστρατεύσει προς Ανατολάς μέχρι την Πέρινθο (Σημερινή πόλη Ηράκλεια της Ανατ. Θράκης). Συμμάχησαν με τους Αθηναίους αλλά και τους πολέμησαν υπό τον Φίλιππο Β ως σύμμαχοι και ηττημένοι το 355-354 π.χ.
Βασιλείς των Παιόνων: Άγις, (σύγχρονος του Φιλίππου ο οποίος επιτέθηκε στους Παίονες μετά το θάνατο του Άγη), Λύγκειος 359-340 π.χ., Πατράος 340-315 π.χ., Αυδολέων, υιός του Πατράου, 315-286 π.χ., ο Αρίστων υιός του Αυδολέοντα και ο Δροπίων 279 π.χ. υιός του Δέοντα.
   Το όνομα  Παίονες (κατά τον Παυσ.Ε,1) επικράτησε από τον Παίωνα ,υιό του Ενδυμίωνα (εραστή της Σελήνης) από την Αρκαδία , ο οποίος Παίων απομακρύνθηκε στην πάνω από τον Αξιό Χώρα όταν ηττήθηκε στους Ολυμπιακούς αγώνες από τον αδελφό του Επειό. Πόλεις των Παιόνων : Αμυδών, Αρχαιότατη Θρακική πόλη μνημονευόμενη από τον Όμηρο καθώς και πηγή της Αία που έχυνε τα διαυγέστατα νερά της στον Αξιό ποταμό. Αργότερα  ονομάστηκε Αβυδών. και καταστράφηκε από την οικογένεια Αργεαδών. Από την Αμυδώνα ήρθαν οι Παίονες στον Τρωικό πόλεμο ως σύμμαχοι των Τρώων. Πύδνα (Στράβ. Ζ 330).
Παιονικές πόλεις:
Δόβηρος ή Δόβειρα: Αρχαία Θρακική πόλη  που έκτισαν οι Δόβηρες μεταξύ των ποταμών Αξιού και Εχεδώρου, περί τη σημερινή Δοϊράνη (Β.Πλ 40ο,45-Α.μ.46ο,40)
Το 429 π.χ. καταλήφθηκε από τον Σιτάλκη, βασιλιά των Οδρυσών Θρακών στον αγώνα κατά του Περδίκκα των Μακεδόνων (Θουκιδ. Β, 99). Καταστράφηκε από τους Βουλγάρους και στη θέση της κτίστηκε η Δοϊράνη (Αχ. Σαμοθράκης Θρ. Λεξ.163)
Βυλαζώρα: Μεγάλη αρχαία Θρακική πόλη στη Χώρα των Παιόνων σε δεσπόζουσα θέση των διόδων του Αξιού, φρούριο κατά των Δαρδανών. (σημερινά Βελεσά).
Κίσσος: Πανάρχαια Θρακική πόλη, πλησίον της Χαλάστρας και της Αινεία, πατρίδα του ήρωα του Τρωικού πολέμου Ιφαδάμαντα τον οποίο ( κατά τον Όμηρο) ο παππούς του Κισσεύς ανέθρεψε στη Θράκη. Το 315 π.χ. καταστράφηκε από τον Κάσσανδρο των Μακεδόνων και οι κάτοικοι μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη που είχε κτιστεί στην επίσης καταστραφείσα πόλη των Θρακών «Θέρμαι»
Γαρήσκος παρά τον ποταμό Εχέδωρο, μία εκ των 26 πόλεων που κατάστρεψε ο Κάσσανδρος για να εποικήσει τη Θεσσαλονίκη.
Στυβάρα (πλησίον του ποταμού Ερίγωνα που χύνεται στον Αξιό), Γορτύνιον, Στόβοι, Βύζαμος. Αναφέρεται ως Παιονική και η πόλις Σίρις (Σέρρες) ενώ αλλού αναφέρεται ως πόλις των Οδομάντων, Προφανώς σε άλλη εποχή. Επίσης ως Παιονική αναφέρεται και η πόλις Σκούποι (Σκόπια) ενώ αλλού αναφέρεται ως πόλη των Δαρδανών μάλλον για τον ίδιο λόγο.





                                                  ₪



 

   Σχετικά με τους αρχαίους Παίονες αναφέρει και ο Δημήτριος Ε. Ευαγγελίδης στην ιστοσελίδα Εθνολογικά:

   Παίονες: Ένα από τα μεγαλύτερα και ισχυρότερα φύλα των κεντρικών περιοχών της χερσονήσου του Αίμου, κατά την αρχαιότητα. Οι Παίονες μνημονεύονται από τον Όμηρο ως σύμμαχοι των Τρώων, με αρχηγό τον Πυραίχμη (Ιλιάς, Β 848) «…που οδηγούσε τους Παίονες με τα κυρτά τόξα, μακριά από την Αμυδόνα, από τον πλατύ Αξιό…» και στην συνέχεια, μετά τον θάνατο του Πυραίχμη από το δόρυ του Πατρόκλου (Π 284-293), τον γιο του Ίππασου, Απισάονα, (Ρ 347-351) «…τον κυβερνήτη του στρατού, που είχε έλθει από την εύφορη Παιονία…», ο οποίος σκοτώθηκε από τον Λυκομήδη. Βασιλιάς τους ήταν ο Αστεροπαίος, ο γιος του Πηλεγόνα, που τον γέννησε ο Αξιός. Ο Αστεροπαίος θα βρεί τον θάνατο από τον Αχιλλέα, όπως και άλλοι Παίονες που αναφέρονται ονομαστικά: Θερσίλοχος, Μύδων, Αστύπυλος, Μνήσος, Θράσιος, Αίνιος και Οφελέστης (Φ 139-212).
   Ο Ηρόδοτος (Ιστορίαι, Ε΄ 1 και 12-17 Ζ΄ 113, 124) αναφέρει τους Παίονες ως κατοίκους της βόρειας περιοχής μεταξύ του Αξιού και του Στρυμόνα, καθώς και τα παιονικά φύλα των Αγριάνων, Λαιαίων, Παιόπλων, Σιριοπαιόνων και Δοβήρων.
   Ο Στράβων (Γεωγραφικά, Ζ΄ αποσπ. 4 και 38) τους ταυτίζει με τους Πελαγόνες, τονίζοντας μάλιστα ότι οι Παίονες παλαιότερα λέγονταν Πελαγόνες και συσχετίζει το όνομα του πατέρα του Αστεροπαίου, του Πηλεγόνα (βλ. παραπάνω), με τους Πελαγόνες (Πηλεγόνας-Πελαγόνας), ενώ αναφέρει και την άποψη ότι οι Παίονες θεωρούνται άποικοι Φρυγών ή σύμφωνα με άλλους, αρχηγοί τους. Σε άλλο όμως σημείο (Ζ΄ απόσπασμα 11) τους θεωρεί Θράκες.
   Τέλος, ο Θουκυδίδης (Ιστορία, Β΄ 96) αναφέρει τα παιονικά φύλα των Αγριάνων και Λαιαίων ως υπηκόους του βασιλιά των Οδρυσών, του Σιτάλκη.
   Η νεώτερη έρευνα δεν έχει καταλήξει ακόμη οριστικά στο ζήτημα της καταγωγής των Παιόνων. Άλλοι τους θεωρούν Θράκες (βλ. Λεξικό Ελληνικής Αρχαιολογίας), άλλοι Ιλλυριούς (βλ. R. A. Crossland - Cambridge Ancient History, Vol. III part 1, σελ. 837), ενώ τελευταίως υποστηρίζεται η φρυγική καταγωγή των Παιόνων (βλ. Λεξικό Π-Λ-Μπ).
   Κατά τον N. G. L. Hammond (Macedonian State, σελ. 40) οι Παίονες δεν ήσαν Ιλλυριοί ούτε Θράκες και φυσικά ούτε Έλληνες, αφού μιλούσαν μια διαφορετική γλώσσα από τους λαούς αυτούς. Ο ίδιος συγγραφέας αναφέρει (βλ. C.A.H. Vol. III. part 3, σελ. 278-279) ότι οι Παίονες εκτόπισαν τους Ιλλυριούς και εξαπλώθηκαν σε μεγάλες εκτάσεις μεταξύ των ετών 750-530 π.Χ.

   Για τους Παίονες αναφέρει κι η ιστοσελίδα Ελλήνων Δίκτυο: Μια επιγραφή που βρέθηκε στην περιοχή Τίκβες του κράτους των Σκοπίων και δημοσιεύθηκε πριν από μια εικοσαετία περίπου, αναφέρεται στον βασιλιά των Παιόνων Δροπίωνα το γιο του Λέοντος. Η επιγραφή αυτή έχει ως εξής:

«ΔΡΟΠΙΟΝΑ ΛΕΟΝΤΟΣ Π(ΑΤΕΡΑ?)
ΚΑΙ ΜΩΑΝΤΑ
ΒΑΣΙΛΕΑ ΠΑΙΟΝΩΝ
ΤΩΝ Π- ΑΠΕΤΗ»

Η γραφή της επιγραφής, που ήταν στην ελληνική, δεν εντυπωσίασε ιδιαίτερα την ιστορική κοινότητα. Εκείνο, όμως, που ανέτρεπε δεδομένα ήταν η αναφορά της στο βασιλιά της Παιονίας Δροπίωνα!

   Ο Δροπίων βασίλευσε περί το 279 π.Χ., και αναφέρεται από τον Παυσανία. Έστησε, μάλιστα, στους Δελφούς, όπως αναφέρει, ως τιμητικό ανάθεμα, μια χάλκινη κεφαλή βίσωνος. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως σύμφωνα με τον Παυσανία οι βίσωνες της περιοχής ήταν ιδιαίτερα δασείς (μαλλιαροί) στο στήθος και στη γενειάδα. (Παυσ. Θ, 21.) Εντυπωσίασε, λοιπόν, το γεγονός της παρουσίας των Παιόνων στη μετααλεξανδρινή εποχή με ελληνική γραφή και ελληνικά ονόματα. Μέχρι τότε πιστεύονταν πως επρόκειτο για ένα βόρειο και άγριο λαό, σχεδόν βάρβαρο. Ήταν γνωστά, βέβαια, τα βασιλικά ονόματα των Παιόνων αλλά δεν γνωρίζαμε τίποτε σχετικά με τη γλώσσα και τη γραφή του λαού αυτού.  
    Οι μαρτυρίες του Ηροδότου, του Στράβωνα, του Παυσανία ή ακόμη και του Θουκυδίδη, δεν ήταν πολύ κολακευτικές για τον λαό αυτόν. Όταν όμως ανακαλύφθηκε το έτος 1877, στην Ολυμπία, το βάθρο ενός ανδριάντα στο οποίο υπήρχε ανάγλυφη επιγραφή που έγραφε πως είχε στηθεί από το Κοινό των Παιόνων προς τιμή του βασιλιά Δροπίωνα, τότε διασαφηνίστηκε πλήρως πως επρόκειτο για ένα αρχαίο ελληνικό φύλο.
Από την επιγραφή της Ολυμπίας:

“[Δρω]πίωνα Λέοντος
[βα]σιλέα Παιόνων
[κ]α κτίστην τ κοινν
τν Παιόνων νέθηκε
ρετς νεκεν
κα ενοίας τς ς ατούς”

επιβεβαιώνεται  πως οι Παίονες συμμετείχαν στους Ολυμπιακούς Αγώνες στους οποίους έπαιρναν μέρος μόνον Έλληνες.







Ελληνιστικοί χρόνοι

   Σχετικά με την ιστορία της περιοχής κατά τους Ελληνιστικούς χρόνους αναφέρει η ιστοσελίδα e-ιστορία:
[Ηλίας Κ. Σβέρκος] Τα όρια του μακεδονικού βασιλείου στην εποχή του Αλεξάνδρου Α΄ (Θουκ. ΙΙ.99).
   ...Στους Μακεδόνες ανήκουν και οι Λυγκηστές και οι Ελιμιώτες και άλλα φύλα στην πάνω Μακεδονία, τα οποία είναι βέβαια σύμμαχα και υπήκοα, διοικούνται όμως από δικούς τους βασιλείς. Τη σημερινή όμως Μακεδονία, που είναι κοντά στη θάλασσα, πρώτοι κατέκτησαν ο Αλέξανδρος, ο πατέρας του Περδίκκα, και οι πρόγονοί του, οι Τημενίδες, οι οποίοι κατάγονταν αρχικά από το Άργος· και ανέλαβαν εκεί τη βασιλική εξουσία, αφού εξεδίωξαν κατόπιν μάχης τους Πίερες από την Πιερία, οι οποίοι αργότερα εγκαταστάθηκαν στις υπώρειες του Παγγαίου πέρα από το Στρυμόνα δημιουργώντας οικισμούς στο Φάγρητα και άλλα μέρη (ακόμα και σήμερα η χώρα από τους πρόποδες του Παγγαίου ως τη θάλασσα αποκαλείται Πιερική λεκάνη), τους Βοττιαίους από την ονομαζόμενη Βοττία, οι οποίοι σήμερα γειτνιάζουν με τους Χαλκιδείς. Επίσης κυρίεψαν μια στενή λουρίδα της Παιονίας, που αρχίζει από ψηλά και ακολουθώντας τις όχθες του Αξιού φτάνει στην Πέλλα και τη θάλασσα και πέρα από τον Αξιό μέχρι τον Στρυμόνα την περιοχή που ονομάζεται Μυγδονία, αφού εξεδίωξαν τους Ηδωνούς. Επίσης ξεσήκωσαν από την περιοχή που τώρα ονομάζεται Εορδία τους Εορδούς, εκ των οποίων οι περισσότεροι εξολοθρεύτηκαν ―κάποιο μικρό μέρος απ' αυτούς εγκαταστάθηκε γύρω από τη Φύσκα― καθώς και τους Άλμωπες από την Αλμωπία. Αυτοί οι Μακεδόνες κυριάρχησαν και σε άλλα φύλα, την κυριαρχία των οποίων κατέχουν ακόμη και τώρα, δηλαδή τον Ανθεμούντα και την Γρηστωνία και τη Βισαλτία και μεγάλο τμήμα της χώρας των ίδιων των Μακεδόνων. Ολόκληρη η χώρα ονομάζεται Μακεδονία και ο Περδίκκας, ο γιος του Αλεξάνδρου ήταν βασιλιάς τους, όταν επιτέθηκε ο Σιτάλκης.

Πλήθος άλλων στοιχείων για την περιοχή υπάρχουν στην ιστοσελίδα του Ιδρύματος Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα.



Βυζάντιο

   Σύμφωνα με την ιστοσελίδα Βικιπαίδεια: τον 4ο αιώνα μ.Χ., όταν η πρωτεύουσα του Ρωμαϊκού κράτους μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη, η σημερινή περιοχή της Παιονίας υπάγεται στη δικαιοδοσία του Βυζαντίου και του ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους. Ακολουθούν επιδρομές από Γαλάτες και Γότθους και κάποιοι από τους τελευταίους εγκαθίστανται στην περιοχή, όπου τους παραχωρήθηκαν εκτάσεις προς καλλιέργεια. Οι Γερμανοί που εγκαταστάθηκαν στην κοιλάδα του Αξιού, γρήγορα εκχριστιανίστηκαν και εξελληνίστηκαν από τους ντόπιους Ελληνικούς πληθυσμούς. Κατά τους αιώνες 6ο έως 8ο η περιοχή δέχεται επιδρομές και λεηλασίες από Σλάβους και εκσλαβισμένους πλέον Βούλγαρους. Οι επιδρομές αυτές ήταν καταστροφικές όμως οι επιδρομείς δεν εγκαθίστανται, αλλά προσπερνούν την περιοχή, κατευθυνόμενοι νοτιότερα προς Στερεά Ελλάδα και Πελοπόννησο.
   Για την περιοχή, κατά τη βυζαντινή περίοδο, αναφέρει σχετικά και η ιστοσελίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πολυάνης και Κιλκισίου: Στα μέσα του 10ου αιώνα μ.χ. στην περιοχή αναφέρεται η Επισκοπή Πολυανής, στην οποία προσαρτίστηκε η Επισκοπή Λητής και Ρεντίνης (επανιδρύθηκε τον 18ο αιώνα) και η Επισκοπή των Βαρδαριωτών Τούρκων. Πρόκειται για Ούγγρους της ίδιας φυλετικής καταγωγής με τους Τούρκους, που είχαν εγκατασταθεί στην περιοχή του Αξιού ποταμού και είχαν εκχριστιανισθεί.


Περίοδος της τουρκοκρατίας


Η ιστοσελίδα Βικιπαίδεια στη θεματική ενότητα «Αξιούπολη» αναφέρει για την περίοδο της τουρκοκρατίας:

   Το 1397, η περιοχή περιέρχεται στα χέρια των Οθωμανών. Περιγραφές Οθωμανών της εποχής (όπως ο χρονογράφος Χατζή Καλφά), αναδεικνύουν το Ελληνικό στοιχείο ως το μόνο στην περιοχή. Βαθμιαία, από τον 15ο αιώνα, έρχονται στην περιοχή Βούλγαροι ως εργάτες στους αγρούς. Τους επόμενους 3 αιώνες εγκαθίστανται στην περιοχή πολλοί Βλάχοι, εκδιωγμένοι από τη Βόρειο Ήπειρο και Δυτική Μακεδονία από τις λεηλασίες των Τουρκαλβανών.

Αξιοσημείωτο είναι ότι οι κάτοικοι του Σκρα, της Ειδομένης και της Κούπας ομιλούν ένα βλαχοσλαβικό ιδίωμα, την Μογλενίτικη διάλεκτο, με πλήθος ελληνικών στοιχείων. Σύμφωνα με την ερευνήτρια Μαρία Παπαγεωργίου από το Σκρα, στη Μογλενίτικη διάλεκτο διατηρήθηκαν προφορικά, ως παραμύθια, έργα αρχαίων Ελλήνων ποιητών, που δε σώζονται σήμερα.

Στο τέλος του 17ου αιώνα, ξεσπά επανάσταση στην περιοχή κατά των κατακτητών Τούρκων και πολλά χωριά καταστρέφονται από τα αντίποινα του οθωμανικού στρατού. Είναι αξιοσημείωτο ότι, βορείως του Σκρα, κοντά στα σύνορα Ελλάδας - ΠΓΔΜ, καταστράφηκε το χωριό Σελέστη και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να το εγκαταλείψουν. Πολλοί Σελεστιανοί εγκαθίστανται στο Σκρα, συνεχίζοντας όμως να θάβουν τους νεκρούς τους σε ξεχωριστό νεκροταφείο. Το νεκροταφείο της Σελέστης βρίσκεται βορείως του Σκρα και περιλαμβάνει τάφους έως το 1750. Οι μαρμάρινες πλάκες έχουν χαραγμένα ελληνικά ονόματα και κάποια σύμβολα, αλλά δεν έχουν σταυρούς. Τα σύμβολα αυτά παραπέμπουν στην προχριστιανική περίοδο της περιοχής.

   Το 1720, η Αξιούπολη επανιδρύεται από κατοίκους των γύρω χωριών, λόγω των εκτεταμένων καταστροφών που προκάλεσαν σε αυτά, τα τουρκικά αντίποινα. Η πόλη ονομάστηκε Μποέμιτσα λόγω της θέσης της στη δυτική όχθη του Αξιού. Διοικητικά ανήκε στο καζά της Γευγελής. Το 1873 είχε 30 μωαμεθανικές και 90 χριστιανικές οικογένειες, ενώ το 1903 οι κάτοικοί της ήταν 1413.


Το 1803 χτίζεται στη Γευγελή ο πρώτος χριστιανικός ναός (Αναλήψεως του Χριστού). Για τον ναό αναφέρει διεξοδικά ο Ιωάννης Ξανθός, Συνταξιούχος Δημοδιδάσκαλος και Μακεδονομάχος:
«Η εκκλησία αυτή ως εκ της θαυματουργού δυνάμεως της εικόνος τής Αναλήψεως του Χριστού, απέκτησε μεγάλην φή­μην και εγένετο το προσκυνητήριον όλων των χριστιανών των πέριξ της Γευγελής χωρίων και κωμοπόλεων εις ακτίνα εξ και οκτώ ωρών μακράν αυτής, αδιακρίτως θρησκεύματος, άσοι άπέδιδον μεγάλην πίστην εις αυτήν. Προς φιλοξενίαν και περίθαλψιν των εκ διαφόρων μερών και κατά διαφόρους καιρούς προσερχομένων προσκυνητών, είχον κτισθή πέριξ της εκκλησίας διάφορα δωμάτια προς παραμονήν των προσκυνητών, άλλα τοιαύτα διά τους ασθενείς τους πάσχοντας από διάφορα νοσήματα και άλλα διά ψυχο­παθείς. Οι ασθενείς μετά παραμονήν τεσσαράκοντα ήμερών και εκκλησιασμόν πρωίαν και εσπέραν, υγιείς εγίνοντο    «ω δή­ποτε κατείχοντο νοσήματι» ότιως λέγει και το ιερόν Εύαγγέλιον. Είναι δε αξιοσημείωτον το γεγονός, ότι ουδείς των πασχόντων ανεχώρησεν έκειθεν ασθενής. Ως και οι ψυχοπαθείς ακόμη ανέκτων το λογικόν των.».

  
   Στην ιστοσελίδα του χωριού Φανός αναφέρεται ό,τι: από το 1814,  μετά την ίδρυση της Φιλικής Εταιρίας, η επανάσταση έγινε πια πανελλήνια υπόθεση. Για το λόγο αυτό, κι επειδή  η Τουρκία φοβήθηκε μήπως ξεσπάσει κι επεκταθεί η ελληνική επανάσταση, ξεσήκωσε πολλούς Τούρκους Κονιάρους (προφανώς καταγόμενους από το Ικόνιο της Μ.Ασίας) και τους μετέφερε στην κεντρική Μακεδονία. Πράγμα πού όχι μόνο διαφαίνεται από το σύνολο των αμιγών χωριών που υπήρχαν στον καζά Αβρέτ Χισσάρ (περιοχή Κιλκίς) που υπερτερούσαν των χριστιανών, αλλά και στα χωριά δυτικά του Αξιού Μαγιαντάν (Φανό), Καρασινάν (Πλάγια), Αλτσάκ (Χαμηλό) και Γκόρνιτσετ (Γιουγκοσλαβίας), που σχηματίστηκαν από αμιγή μουσουλμανικό πληθυσμό.


Σύμφωνα με την ιστοσελίδα http://yaunatakabara.blogspot.gr το 1803 χτίζεται στη Γευγελή ο πρώτος χριστιανικός ναός (Αναλήψεως του Χριστού).

   Σύμφωνα  με την ιστοσελίδα Βικιπαίδεια: Το 1872 εγκαινιάζεται η σιδηροδρομική γραμμή Θεσσαλονίκης - Βιέννης από την εταιρεία Χιρς (Hirch) και ξεκινά τη λειτουργία του ο Σιδηροδρομικός Σταθμός Καρασουλίου (Πολυκάστρου).

   Στην ιστοσελίδα Wikipedia με θέμα την Αξιούπολη αναφέρεται ότι: μετά το 1878, δρουν στην ευρύτερη περιοχή σώματα ντόπιων οπλαρχηγών με σκοπό την άμυνα κατά των Βουλγάρων. Από την Ειδομένη δρουν τα σώματα των Νικόλαου Στοΐδη, Στόικου Στοΐδη και Δέλλιου Κοβάτση. Από τη Γευγελή (ΠΓΔΜ), ο Δημοσθένης Κύρου συντονίζει και οργανώνει την άμυνα των Ελλήνων σε όλη την περιοχή. Από τη Γευγελή επίσης, ενεργοποιούνται τα σώματα των Χρήστου Δέλλιου και Σίμου Μάλιου. Από τη Νεγόριτσα (Νεγκόρτσι, ΠΓΔΜ) τα σώματα των Αθανάσιου Γιαγκούλα, Ιωάννη Τάσκου και Πέτρου Χαρισιάδη. Στην περιοχή δρουν επίσης και οι ομάδες των Αθανάσιου Καπετανόπουλου και Πέτρου Αβραμίδη από τις Τίκφες (Καβαντάρτσι, ΠΓΔΜ). Σημαντική είναι τέλος, η προσφορά των οπλαρχηγών Νικόλαου Νικόλτσα, Γεώργιου Ξανθού και Δέλλιου Πέτκου Τοπάλη από τη Μαρζέντσα (Μαρζέντσι, ΠΓΔΜ).



   Σύμφωνα με την ιστοσελίδα Βικιπαίδεια, το 1898 στο Πολύκαστρο σημειώνονται επεισόδια από τους εξαρχικούς που καταλαμβάνουν με τη βία το σχολείο και την εκκλησία του Προφήτη Ηλία. Μετά από εκκλήσεις της Ελληνικής κοινότητας επιστρέφονται το σχολείο και η εκκλησία και η λειτουργία τελείται πλέον εναλλάξ σε ελληνικά και βουλγαρικά.


"Φιλόπτωχος Αδελφότης Γευγελής - 1904"
(Στη φωτογραφία αναγράφονται: Η πρώτη Εθνική Οργάνωσις
του Μακεδονικού Αγώνος 1903 - 1909 Γευγελής υπό το ψευδώνυμον
"Φιλόπτωχος Αδελφότης Γευγελής 1904")
Φωτογραφία από τη Βικιπαίδεια



20ος Αιώνας

  
   Στην ιστοσελίδα Βικιπαίδεια με θέμα τον Χρήστο Δέλλιο αναφέρονται: "Λόγω της εντεινόμενης Βουλγαρικής βίας στην περιοχή της Γευγελής, ο Χρήστος Δέλλιος ίδρυσε το 1902 τη Φιλόπτωχο Αδελφότητα. Η Φιλόπτωχος Αδελφότητα της Γευγελής οργανώθηκε στα πρότυπα της Φιλικής Εταιρείας και ενώ φαινομενικά εμφανίζονταν στις Οθωμανικές αρχές ως φιλανθρωπικό ίδρυμα, δρούσε κρυφά ως ένοπλος πυρήνας προκειμένου να αντιμετωπίσει τις Βουλγαρικές βιαιότητες (δολοφονίες, καταστροφές οικιών και καταστημάτων, απόσπαση χρημάτων κ.α.). Ο Χρήστος Δέλλιος μύησε στην αδελφότητα σημαντικούς και ικανούς Γευγελιώτες. Τα αρχικά στελέχη ήταν ο Αθανάσιος Αρβανίτης, ο Γεώργιος Τσολάκης, ο Χαρίσιος Χατζηζαφειρίου και ο Βασίλειος Σιωνίδης. Για να οργανώσει την ένοπλη ομάδα ο Χρήστος Δέλλιος φρόντισε να προμηθευτεί οπλισμό με ιδίους πόρους. Η πολιτοφυλακή αυτή, υπό την ηγεσία του Χρήστου Δέλλιου, έδρασε στην πόλη της Γευγελής και στα περίχωρά της και κατάφερε να αποτρέψει τη συνέχιση των δολοφονιών κατά των στελεχών του Ελληνισμού της περιοχής από μέρους του Βουλγαρικού κομιτάτου".

  

Τα γεγονότα του Ίλιντεν και η περιοχή
Ο Χρήστος Π. Ίντος στην ιστοσελίδα e-ιστορία σημειώνει: Η κινητικότητα των κομιτατζήδων οπλαρχηγών τις παραμονές του Ίλιντεν, της εξέγερσης που προετοίμαζαν για την ημέρα του Προφήτη Ηλία, 20 Ιουλίου 1903 και που συνίστατο στη δολοφονία Πατριαρχικών προς εκφοβισμό και στην πίεση προσήλυτων να προσχωρήσουν στην Εξαρχία, εφαρμόσθηκε στα χωριά της Γουμένισσας αρχής γενομένης από εκείνα του όρους Πάικου, Όσιν (Αρχάγγελος), Κούπα και Λιούμνιτσα (Σκρα), όπως αναφέρει ο Βρετανός γενικός πρόξενος Sir Alfred Biliotti προς τον Βρετανό επιτετραμμένο J. B. Whitehead από τη Θεσσαλονίκη στις 26 Ιανουαρίου 1903. Δολοφονία εξέχοντα Πατριαρχικού είχαμε στο χωριό Γερακάρτσι (Γερακώνα) καθώς και απειλές κατά του ιερέα των Λιβαδίων παπα-Νικόλα. …Τα χωριά στη νοτιοδυτική περιοχή της Γευγελής, Γοργόπ (Γοργόπη), Μποιέμιτσα (Αξιούπολη), Μπογδάντσα, Μπόρες (ή Μπόγρος), Στογιάκοβο, Ματσούκοβο κ.λπ., (κάποια από αυτά ανήκαν και ανήκουν και σήμερα στην επαρχία της Γουμένισσας), είναι μόνο εν μέρει Εξαρχικά, αλλά τα χωριά του Γιανιτσέ Bαρδάρ, Kρίβα (Γρίβα), Μπαρόβιτσα (Καστανερή), Τσερναρέκα (Κάρπη), Πέτγες (Πεντάλοφο), Ράμνα (Ομαλό), Πέτροβο (Άγιος Πέτρος) (όλα της επαρχίας Γουμένισσας), μαζί με τα Κοφάλια (ή Κορφάλια) (Κουφάλια) στη Θεσσαλονίκη είναι εξ ολοκλήρου Ορθόδοξα.

    
   Το 1903 γεννιέται στη Γευγελή ο ποιητής Γεώργιος Βαφόπουλος.  Η οικογένειά του μετακομίζει το 1917 από τη Γευγελή στο Φανό, στη Γουμένισσα και τελικά  στη Θεσσαλονίκη.


   Στις 19 Ιουνίου του 1904, όπως αναφέρει η  ιστοσελίδα e-ιστορία, η Γουμένισσα απειλήθηκε από μεγάλη πυρκαγιά μετά από συμπλοκή μελών της ομάδας κομιτατζήδων του Αποστόλ Πέτκωφ ο οποίος καταγόταν από την Αξιούπολη,  με ομάδα τούρκων οπλιτών. Οι κομιτατζήδες είχαν εισέλθει σε κατοικία βρισκόμενη στο δυτικό άκρο της κωμόπολης. Μόλις έγιναν αντιληπτοί ειδοποιήθηκε ο στρατός και άρχισε μεγάλη συμπλοκή, αποτέλεσμα της οποίας ήταν η μετάδοση πυρκαγιάς σε ένα από τα πλέον πυκνοδομημένα τμήματα της κωμόπολης. Περισσότερα από τριάντα σπίτια κάηκαν, οι ζημιές ξεπέρασαν τις 15.000 τουρκικές λίρες. Πολλοί κάτοικοι έμειναν γυμνοί και ανυπόδητοι, περισσότερο όμως πλήγηκε η κατοικία της οικογένειας Παζαρέντσου, η οποία ήταν εντυπωσιακή για το μέγεθος και τις εγκαταστάσεις της. Οι πρόκριτοι της Γουμένισσας με επιστολή τους προς το Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης ζητούσαν την ηθική στήριξη και την υλική βοήθεια του Εθνικού Κέντρου, η οποία οφείλουμε να σημειώσουμε πως ήρθε σε μικρό χρονικό διάστημα. Υπάρχει αξιόλογο αρχειακό υλικό για το θέμα αυτό, το οποίο θα αναλυθεί και σχολιασθεί σε άλλη σχετική εργασία μας. Η κατάσταση που επικράτησε στη Γουμένισσα και στην περιοχή της το καλοκαίρι του 1904 περιγράφεται με κάθε λεπτομέρεια πρωτοσέλιδα στο 36ο φύλλο της 25ης Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους της εφημερίδας του Οικουμενικού Πατριαρχείου κκλησιαστικ λήθεια. Εμπρησμοί, δολοφονίες, καταστροφές, απειλές ήταν συνήθη φαινόμενα. Ο ανταποκριτής θέλοντας να υπογραμμίσει το μέγεθος των καταστροφών και των όσων υπέφεραν οι κάτοικοι σημειώνει:


λλο τ δν πρέπει πράξωμεν λλ’ πομονή μν κατήντησε παροιμιώδης. λλοτε λεγον ώβειος τώρα θ επωμεν κα θ λέγωμεν μακεδονική...
   
  Σύμφωνα με τα βιβλία α) «Ο Μακεδονικός αγών και τα εις Θράκην γεγονότα» - 1979 – Διεύθυνση Ιστορίας Στρατού και β) «Η Μακεδονική θύελλα» - M. Paillares – 1994 – Εκδόσεις Τροχαλία: Στις 14 Οκτωβρίου 1904 στο χωριό Γκρήτσιστα Γευγελής, οι Βούλγαροι κομιτατζήδες μετά από τετράωρη μάχη, έκαψαν ζωντανή την μαχόμενη μέσα στο σπίτι της δασκάλα Αικατερίνη Χατζηγεωργίου, εξαδέλφη του μακεδονομάχου Μιχάλη Σιωνίδη, μαζί με πέντε συγχωριανούς της για λόγους αντεκδικήσεως, γιατί την 11η Σεπτεμβρίου οι κάτοικοι του χωριού, με την προτροπή της δασκάλας, αντιστάθηκαν κι έδιωξαν από το χωριό τη συμμορία Αντωνίου Κιόσε. Όταν, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Βικιπαίδεια, ο καπετάν Μιχάλης επέστρεψε στο χωριό, συγκρότησε ένοπλη ομάδα και εισέβαλε στο χωριό Μερβίντσα, όπου κρύβονταν οι κομιτατζήδες. Το 1939 ο δάσκαλος της Ειδομένης Γεώργιος Σιδηρόπουλος, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Ειδομένης, βρήκε στο νεκροταφείο της Γευγελής (εκτός ελληνικών συνόρων) το σταυρό της δασκάλας Αικατερίνης Χατζηγεωργίου. Πάνω έγραφε τα εξής: «Υπέρ της εις τον Θεόν των Ελλήνων πίστεως αγωνιζομένη, πυρί υπό των Βουλγάρων παραδοθείσα, ενθάδε κείμαι, Αικατερίνη Χατζηγεωργίου διδάσκαλος, 14 Οκτωβρίου 1904». Το σταυρό αυτό μετέφερε στην Ειδομένη με μια πομπή που αποτελούνταν από ιερείς και μουσική εκ Γευγελής και τον τοποθέτησε στο προαύλιο του σχολείου, στο ηρώο.


Απομεινάρι της επιγραφής στο μνήμα της δασκάλας. Πηγή: https://averoph.wordpress.com


   Σύμφωνα με την εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ (φύλλο της 4/12/1904) έξω από τη Γουμένισσα την 21 Νοεμβρίου 1904, συμμορία κομιτατζήδων του Αποστόλ Πέτκωφ δολοφόνησε τον Έλληνα δάσκαλο Ι. Πίτσουλα.


Ο δάσκαλος Ιωάννης Πίτσουλας από τη Ναύπακτο, κρεμασμένος
από το ένοπλο σώμα του Αποστόλ Πετκώφ, σε ένα δέντρο έξω από τη Γουμένισσα



   Σύμφωνα με την εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ (φύλλο της 9/12/1904) την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 1904, επιτροπή αποτελούμενη από 50 Έλληνες της Γευγελής και των γύρω περιοχών συνέταξε επιστολή εναντίον των θηριωδιών των Βούλγαρων κομιτατζήδων και την επέδωσε στον Χιμλή Πασά. 


   Σύμφωνα με την εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ (φύλλο της 20/12/1904) το Σάββατο 17 Δεκεμβρίου 1904 η συμμορία του κομιτατζή Αποστόλ Πέτκωφ επιτέθηκε στο χωριό Άγιος Πέτρος όπου δολοφόνησε τον ιερέα του χωριού και τρεις προκρίτους.



Ο αρχικομιτατζής Αποστόλ Πέτκωφ


   Στις 13 Ιανουαρίου του 1905, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Βικιπαίδεια, στο χωριό Σμόλι (Μικρόδασος), ο μακεδονομάχος οπλαρχηγός Μιχαήλ Σιωνίδης με το σώμα του, κατατρόπωσε τον κομιτατζή Αργύρη και την τσέτα του (σκοτώθηκαν 13 κομιτατζήδες). Την 1η Μαρτίου του ίδιου έτους οι τσέτες του Αποστόλ Πέτκωφ και του Σάββα Μιχαΐλοφ, οι οποίες αριθμούσαν 42 άνδρες, περικυκλώνονται στο Σμόλι από Οθωμανικό στρατό και μπασιμποζούκους. Μετά από 4-5 ώρες αιματηρών συγκρούσεων σκοτώνονται 36 μέλη από τις τσέτες μαζί με τον βοεβόδα Σάββα Μιχαΐλοφ. Σώζονται μόνον ο πληγωμένος στη φτέρνα Αποστόλ Πέτκωφ και 5 άνδρες.
Βιογραφικό του καπετάν Μιχάλη Σιωνίδη στην δ/νση:
http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%AE%CE%BB_%CE%A3%CE%B9%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82


Ο καπετάν Μιχάλης Σιωνίδης με τον αδερφό του και πρωτοπαλίκαρό του, Διονύσιο (δεξιά) Πηγή: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%AE%CE%BB_%CE%A3%CE%B9%CF%89%CE%BD%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82


   Σύμφωνα με την εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ (25/1/1905, σελ. 3), εισήλθε στο ελληνικό χωριό Γκρίτσιστα της Γευγελής (σήμερα υπάγεται στην περιοχή της Π.Γ.Δ.Μ.), το Μακεδονικό σώμα του καπετάν Ζήρια για να εκδικηθεί τον φόνο της δασκάλας Αικατερίνης Χατζηγεωργίου και των προκρίτων. Το σώμα καταδίωξε  βουλγάρικη συμμορία και φόνευσε δεκαπέντε μέλη της τσέτας των κομιτατζήδων και είκοσι δύο χωρικούς συνεργάτες τους.


Το δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ της 25/1/1905


   Σύμφωνα με την εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ (30/1/1905 σελ.3), στις 29 Ιανουαρίου 1905 κοντά στη Γευγελή, το Σώμα του Καπετάν Ρούβα συνεπλάκη με βουλγάρικη συμμορία. Κατά τη συμπλοκή 2 Έλληνες τραυματίστηκαν και 4 βούλγαροι φονεύθηκαν.


Ο Καπετάν Ρούβας (Γεώργιος Κατεχάκης)


  
   Το 1905, σύμφωνα με την ιστοσελίδα e-ιστορία, στην περιοχή πέρασε το σώμα του Γεωργίου Κακουλίδη (Καπετάν-Δράγου), το οποίο συγκρούσθηκε στα χωριά του Μαγιδάγ, Πλάγια-Φανός Παιονίας με τον τουρκικό στρατό. Στον χώρο των γηγενών ιερωμένων, την εποχή εκείνη, ξεχώρισαν πολλοί για την προσφορά και των πατριωτισμό τους. Ενδεικτικά αναφέρονται τρία πολύ γνωστά ονόματα του παπα-Μανώλη από τον Άγιο Πέτρο, του παπα-Χρήστου Οικονόμου από τη Γρίβα και του παπα-Ζαφειρίου Σταματιάδη από την Ειδομένη.


   Σύμφωνα με την εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ (φύλλο της 5/2/1905) στο χωριό Πέντζα της Γουμένισσας η 12μελής συμμορία κομιτατζήδων του Χρήστου Μπαμπιανλή συγκρούσθηκε με τουρκικό απόσπασμα. Τέσσερις έπεσαν νεκροί από τη συμμορία καθώς και ο αρχηγός της και τέσσερις τραυματίστηκαν. Από το απόσπασμα τραυματίστηκαν δύο στρατιώτες.



Σε δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ της 12/2/1905 αναφέρεται ο απαγχονισμός του Βούλγαρου μουχτάρη του χωριού Γρίβα από τη συμμορία κομιτατζήδων του Χρήστου Μπαμπιανλή κατηγορώντας ως υπαίτιο τον μουχτάρη για κατάδοση των κινήσεών τους στους Τούρκους.


Σύμφωνα με την ιστοσελίδα http://vlahofonoi.blogspot.gr/2012/09/blog-post_30.html: Στις 18 Μαϊου 1905 κάτω από το Γαντάτσι, την κορυφή του Πάικου στα βορειοανατολικά των Μεγάλων Λιβαδίων, πέφτει ηρωικά ο καπετάν Κόδρος μετά από μάχη που έδωσε με τις τουρκικές δυνάμεις. Και ενώ καταδίωκε την ομάδα του κομιτατζή Αντών Γιοβάν, ξαδέλφου του επίσης κομιτατζή της περιοχής Αποστόλ Πέτκωφ.  Μαζί του πέφτει με άλλα παλικάρια και ο υπαρχηγός της ομάδας του, ο ανθυπολοχαγός Σπύρος Φραγκόπουλος(καπετάν Ζόγρας). Στις 23 Μαϊου του 1905 ο Λάμπρος Κορομηλάς τηλεγραφεί από το προξενείο της Θεσσαλονίκης προς τον υπουργό των εξωτερικώνΑλέξανδρο Σκουζέ και του αναφέρει επακριβώς «περί της εν Λιβαδίοις επελθούσης ημίν συμφοράς»



   Σύμφωνα με την εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ (25/5/1905 σελ.3), στις 24 Μαΐου 1905, στη Γουμένισσα, Έλληνες χωρικοί περικύκλωσαν κι εξόντωσαν 12μελή συμμορία του ανεψιού του κομιτατζή Καπετάν Αποστόλ Πέτκωφ.


   Σύμφωνα με την εφημερίδα ΣΚΡΙΠΤ (3/10/1905 σελ.3), στις 2 Οκτωβρίου 1905, στη Γρίβα Παιονίας, Μακεδονικό σώμα μπήκε στο χωριό, συνέλαβε πέντε κομιτατζήδες κατοίκους του χωριού τους οποίους δίκασε δημόσια κι ακολούθως τους τιμώρησε παραδειγματικά.



1907 Πρόκριτοι του Σκρα στο Ελληνικό Προξενείο Θεσσαλονίκης
Πηγή: Ίδρυμα Μουσείου Μακεδονικού Αγώνα
http://www.imma.edu.gr/imma/dbs/Artifacts/index.html?start=3489&show=1


Σύμφωνα με το βιβλίο «Ο Μακεδονικός Αγών και τα εις Θράκην γεγονότα» εκδ. Γ.Ε.Σ. 1979: κατά το θέρος του 1907 το μικρόν σώμα των αδερφών Δουγιάμα εκ Μπαροβίτσης (Καστανερής) προσέβαλε τους κομιτατζήδες του χωριού Κρίβα (Γρίβα) και τους επροξένησε σοβαράς απωλείας.


Οι αδερφοί Λάζος, Μήτρος και Γκόνος Δογιάμας
με συμπολεμιστές τους
(Από τη Βικιπαίδεια)



  
Στις 15 Οκτωβρίου 1912, σύμφωνα με την ιστοσελίδα Βικιπαίδεια, το χωριό Γρίβα υπέστη σχεδόν ολοκληρωτική καταστροφή από πυρκαϊά που έβαλαν οι Τούρκοι κατά την απελευθέρωση κι ενσωμάτωσή του στο Ελληνικό Βασίλειο. Διασώθηκε το σχολείο και η εκκλησία του Αγίου Αθανασίου. Πολλοί κάτοικοι φονεύθηκαν.

Στις 24 Οκτωβρίου 1912 εγκαταστάθηκαν στα χωριά Άγιος Πέτρος και Κουφάλια οι VI και IV Μεραρχίες του ελληνικού στρατού προκειμένου να εγκαταστήσουν τμήματα ασφαλείας μέχρι να κατασκευαστεί γέφυρα στον Αξιό ποταμό για την προώθηση του στρατού στην τουρκοκρατούμενη Θεσσαλονίκη.


Διάβαση Αξιού και απελευθέρωση Θεσσαλονίκης
  
   Καθοριστικές για την περιοχή αλλά και για ολόκληρη την Ελλάδα υπήρξαν οι μάχες του Κιλκίς-Λαχανά και της Δοϊράνης  το καλοκαίρι του 1913 που διεξήχθησαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου, μεταξύ του ελληνικού και του βουλγαρικού στρατού.

Η μάχη του Κιλκίς - Λαχανά
(πηγή: ιστοσελίδα http://www.agiasofia.com/1922/1922b.html)



Ελληνικά και γαλλικά στρατεύματα κινούνται από τον Αξιό ποταμό προς το Καράσιναν
την 27η Δεκεμβρίου 1916





1 Μαΐου 1917 Η μάχη του Ραβινέ


   Από την ιστοσελίδα www.eidiseis.gr παρατίθεται άρθρο του Νίκου Σιάνα σχετικό με τη μάχη του Ραβινέ στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρει: «Αρχές του 1917 το Μακεδονικό Μέτωπο εκτείνονταν από τις εκβολές του Στρυμώνα, λίμνη Δοϊράνη, Ακρίτα, Μεταμόρφωση, Φανός, Σκρα, Όσσιανη και Αρχάγγελος, μέχρι τη λίμνη Πρέσπα. Παρά όμως τους σκληρούς αγώνες μεταξύ Σεπτεμβρίου 1916 και αρχές του 1917 η γραμμή του Μακεδονικού Μετώπου έμεινε αμετάβλητη.
Τον Φεβρουάριο του 1917 οι σύμμαχοι αποφασίζουν να επιτεθούν εκ των νώτων στις εχθρικές θέσεις σ’ όλο το μήκος του Μακεδονικού Μετώπου, η κύρια όμως επίθεση θα γινόταν στο κέντρο της Συμμαχικής διάταξης, δηλαδή μεταξύ Δοϊράνης και Σκρα προκειμένου να αποκατασταθεί η συννένωση των Σερβικών και Ελληνικών εδαφών. Στην περιοχή αυτή, οι Βούλγαροι είχαν δημιουργήσει προκεχωρημένες και πολύ καλά οχυρωμένες θέσεις, μια τέτοια οχυρότατη θέση είχαν και στο λόφο Ραβινέ. Ύστερα από την εκδίωξη των Βουλγάρων από τις θέσεις που κατείχαν στα χωριά Σλοπ (Δογάνη) Καρά Σινάτσι (Πλαγια), Τζέοβο (Ειδομένη) ξεκινά στις 22-23 Απριλίου (5 Μαΐου) η επίθεση κατά της οχυρότατης τοποθεσίας Ραβινέ, αφού είχαν προηγηθεί προσπελάσεις και καταλήψεις θέσεων γύρω από αυτή, με διοικητή του 1ου Συντάγματος Σερρών του Αντ/ρχη Ζαφειρίου Νικόλαο. Η απόσταση μεταξύ Βουλγαρικών θέσεων και Ελληνικών ήταν μόλις 1200 μ. Μετά τις παραπάνω ενέργειες την κατάληψη του Ραβινέ ανέλαβε το 2ο Τάγμα του Συντ/τος υπό τον Λοχαγό Γουλιανό Γρηγόριο. Η επίθεση ξεκίνησε στις 4.35 το ξημέρωμα και κάτω από σφοδρό βομβαρδισμό του εχθρικού πυροβολικού και μέσα σε λίγα λεπτά το Ελληνικό Πεζικό αιφνιδιάζοντας με την ορμητικότητα του τους Βούλγαρους έγινε κύριος του λόφου, συλλαμβάνοντας αιχμαλώτους 60 άνδρες μεταξύ αυτών και 5 Γερμανούς. Οι Βούλγαροι συνέχιζαν τον βομβαρδισμό του Ραβινέ προκαλώντας τεράστιες απώλειες στο Ελληνικό Τάγμα, σχεδόν το 75% της δύναμης του είχε τεθεί εκτός μάχης, με λίγα πυρομαχικά και καθόλου νερό.
Γύρω στις 14.00 το μεσημέρι προσπάθησαν με αντεπίθεση να ανακαταλάβουν το Ραβινέ αλλά απέτυχαν συνέχισαν όμως τον βομβαρδισμό μέχρι τη νύκτα.
Η κατάληψη του λόφου Ραβινέ ήταν για τους συμμάχους σε πρώτη προτεραιότητα, οι Γερμανοί είχαν οχυρώσει και εγκαταστήσει παρατητήριο από το οποίο είχαν τη δυνατότητα να παρακολουθούν όλες τις κινήσεις και οργανώσεις των Συμμάχων. Οι απώλειες όμως των Ελλήνων ήταν βαρύτατες, 5 αξιωματικοί, 51 οπλίτες νεκροί, 9 αξιωματικοί 225 οπλίτες τραυματίες.
Ας είναι αυτή η ιστορική αναδρομή μια μικρή συμβολή στη μνήμη αυτών των Ελλήνων.

1. Στο χωριό Σλοπ ή Σλόπιτσα δόθηκε το τοπονύμιο "Δογάνη" προς τιμή του ανθυπολοχαγού Δογάνη Ευσταθίου ο οποίος σε αντεπίθεση με 17 άνδρες εναντίον 250 Βουλγάρων εφονεύθη, αποκρούοντας όμως την επίθεση των Βουλγάρων.
2. Ο λόφος Ραβινέ βρίσκεται λίγο έξω από το Χαμηλό, πρώην τουρκοχώρι Αλτσάκ Μαχαλά

Βιβλιογρφία: Η Ελλάς και ο πόλεμος στα Βαλκάνια 1914-1918
Γενικό Επιτελείο Στρατού 1958-1987.»






Απόσπασμα από Σχεδιάγραμμα 24 του ΓΕΣ

Απεικονίζει την, σχετική με τη μάχη, ευρύτερη περιοχή Ραβινέ.




  
Περισσότερες αναλυτικές πληροφορίες για τη μάχη του Ραβινέ υπάρχουν στο περιοδικό ΤΟΛΜΩΝ,  τχ.26, Απρίλιος  Μάιος Ιούνιος 2008, σε σχετικό με τη μάχη άρθρο «Η μάχη στο Ραβινέ και στους πλησίον λόφους», του Γαβριήλ Ν. Συντομόρου  που διατίθεται ελεύθερα στο διαδίκτυο ΕΔΩ.






17/30 Μαΐου 1918 Η μάχη του Σκρα

   Στην ιστοσελίδα της Βικιπαίδεια αναφέρονται σχετικά με τη μάχη τα εξής: Η Μάχη του Σκρα θεωρείται μια από τις σημαντικότερες νικηφόρες μάχες του ελληνικού στρατού στη διάρκεια του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου.
Συγκεκριμένα κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η περιοχή του Σκρα της ομώνυμης σήμερα περιοχής στο Νομό Κιλκίς είχε οργανωθεί αμυντικά από τους Βουλγάρους οι οποίοι και παρενοχλούσαν τα Συμμαχικά στρατεύματα ιδίως στην δυτικά του Αξιού ποταμού περιοχή. Έτσι αποφασίσθηκε από τον Γάλλο επικεφαλής, αρχιστράτηγο Γκυγιωμά η κατάληψη της περιοχής από μονάδες του ελληνικού Σώματος Στρατού Εθνικής Αμύνης, διοικητής των οποίων ήταν ο αντιστράτηγος Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης. Η επίθεση διεξάχθηκε από πέντε συνολικά συντάγματα πεζικού, το 5ο και το 6ο της Μεραρχίας Αρχιπελάγους (υπό τον υποστράτηγο Ιωάννου), πλαισιούμενα δεξιά (Α) από το 7ο και 8ο της Μεραρχίας της Κρήτης (υπό τον υποστράτηγο Σπηλιάδη) και αριστερά (Δ) από το 1ο σύνταγμα της Μεραρχίας των Σερρών (υπό τον υποστράτηγο Επαμ. Ζυμβρακάκη), με συνολικό αριθμό 14.546 μαχητές πεζικού, υποστηριζόμενοι από 287 βαρέα και ελαφρά πυροβόλα. Οι Βούλγαροι διέθεταν επίσης πέντε συντάγματα πεζικού υποστηριζόμενα από ισχυρό βαρύ και ελαφρό πυροβολικό.


Δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ της 18/5/1918 σχετικό με την κατάληψη του Σκρά.

Η μάχη
Στις 16 Μαΐου /29 Μαΐου του 1918 και από της 5ης ώρας πρωινής άρχισε η προπαρασκευή του ελληνικού πυροβολικού για την καταστροφή των διαφόρων αμυντικών εγκαταστάσεων ενώ τα συντάγματα που ήταν έτοιμα για την επίθεση εξόρμησαν το πρωί της επομένης (17 Μαΐου) καλυπτόμενα από κινητό φραγμό του πυροβολικού. Η Βουλγαρική αντίδραση ήταν επίσης ισχυρή πλην όμως η ορμή του ελληνικού στρατού ήταν τόση που υπερφαλάγγισε την βουλγαρική αντίσταση και στις 06.30 το Σκρα είχε καταληφθεί. Βέβαια οι Βούλγαροι υπερασπίσθηκαν με πείσμα τις θέσεις τους και το απόγευμα της 17ης Μαΐου επεχείρησαν λυσσώδεις αντεπιθέσεις ιδίως κατά του 5ου Συντάγματος πεζικού της Μεραρχίας της Κρήτης που όλες όμως τελικά αποκρούσθηκαν.

Απώλειες
Οι απώλειες όμως υπήρξαν βαρύτατες. Ο συνολικός αριθμός των απωλειών του ελληνικού στρατού ήταν νεκροί: 29 Αξιωματικοί και 412 οπλίτες, και τραυματίες: 69 Αξιωματικοί και 2135 οπλίτες. Το μεγαλύτερο αριθμό απωλειών είχε η Μεραρχία Αρχιπελάγους με Αξιωματικούς νεκρούς 24, τραυματίες 54 και οπλίτες νεκρούς 314 και τραυματίες 1723.

Λάφυρα
Οι ελληνικές Μεραρχίες παρά τις βουλγαρικές αντεπιθέσεις διατήρησαν το κατακτηθέν έδαφος. Αιχμαλώτισαν 2.045 Βουλγάρους και περιήλθαν σ΄ αυτές ως λάφυρα 32 πυροβόλα και 12 βομβιδοβόλα χαρακωμάτων του εχθρού.

Αποτέλεσμα
Η "Νίκη του Σκρα" όπως αναφέρεται στην ελληνική στρατιωτική ιστορία εξέπληξε τόσο τους συμμάχους όσο και τους εχθρούς. Με δεδομένο τη πολύ καλή οχύρωση των βουλγαρικών δυνάμεων που υποστηριζόταν με πολυάριθμο πυροβολικό, η θέση τους θεωρούταν απρόσβλητη και ύστερα μάλιστα από την αποτυχία που είχε σημειώσει ένα χρόνο πριν, τον Μάρτιο του 1917, η 122α γαλλική Μεραρχία στη προσπάθειά της να την εξουδετερώσει. Κανείς από τους συμμάχους δεν περίμενε να δει να διασπάται από την ορμή των ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων μια τέτοια οχύρωση σ΄ ένα μέτωπο μήκους 12 χλμ και βάθους 1-2 χλμ με συνέπεια την πλήρη κυριαρχία. Η Βουλγαρική διοίκηση παρά τις απεγνωσμένες προσπάθειες επανακατάληψης και τις σφοδρές αντεπιθέσεις της δεν κατάφερε να επανακτήσει τις θέσεις της.
Η δε Γαλλική διοίκηση διαπίστωσε επίσης πως αν τελικά ο ελληνικός στρατός περιοριζόταν απ΄ την αρχή, μόνο στη κατάληψη της προεξοχής των βουλγαρικών θέσεων της Χούμας ίσως το αποτέλεσμα να είχε δώσει ακόμη και σημαντικά στρατηγικά αποτελέσματα. Η νίκη του Σκρα θεωρήθηκε ισχυρότατο πλήγμα για τους Βουλγάρους και μέγα κατόρθωμα του ελληνικού στρατού. Συγκεκριμένα ο αρχιστράτηγος των συμμαχικών δυνάμεων στρατηγός Γκυγιωμά, που είχε εν τω μεταξύ αντικαταστήσει τον στρατηγό Σαράιγ από τον προηγούμενο Δεκέμβριο, χαρακτήρισε το ελληνικό πεζικό ως "πεζικό απαράμιλλης ανδρείας και έξοχης ορμητικότητας".

Πηγές
Νεώτερο Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό Ηλίου τ.17ος σ.32
Στρατιωτική Ιστορία νεώτερης Ελλάδος ΔΕΚ/ΓΕΣ εκδ. 1980








Μετακινήσεις σλαβόφωνων πληθυσμών της περιοχής Παιονίας

Σύμφωνα με τη διατριβή του Ιάκωβου Μιχαηλίδη, ΑΠΘ 1996 [Σλαβόφωνοι μετανάστες και πρόσφυγες από τη Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη (1912 -1930)]:Από το καλοκαίρι του 1913 και τη λήξη του Β΄ Βαλκανικού πολέμου με την ήττα της Βουλγαρίας, ξεκινάει στη Μακεδονία και τη Θράκη η αποχώρηση τον σλαβόφωνων κατοίκων των περιοχών αυτών με κατεύθυνση κυρίως τη Βουλγαρία. Ιδιαίτερα από την περιοχή του Κιλκίς οι αποχωρήσεις των σλαβόφωνων την εποχή εκείνη ανήλθαν στις 13 – 14.000 άτομα.
Το Νοέμβριο του 1919 με τη συνθήκη του Νεϊγύ μετανάστευσαν εθελοντικά με προορισμό τη Βουλγαρία, σλαβόφωνοι πληθυσμοί της Μακεδονίας και της Θράκης. Μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου 1924 είχαν υποβληθεί συνολικά 9.013 αιτήσεις μετανάστευσης που αντιστοιχούσαν σε 22.816 άτομα.
Στην περιφέρεια Κιλκίς είχαν υποβληθεί αιτήσεις:

Περιοχή                   Αιτήσεις                     Άτομα
Κιλκίς                           929                          2.432
Γουμένισσα                1.203                          3.526

Εκτός από τη Βουλγαρία, σλαβόφωνοι κάτοικοι της περιοχής Παιονίας μετανάστευσαν και στη Γιουγκοσλαβία:
Οικογένειες: Αξιούπολη 34, Ειδομένη 25, Δογάνη 12, Πηγή 5, Γουμένισσα 2, Τούμπα 2, Εύζωνοι 2, Άγιος Πέτρος 1.

Κατά τη μετανάστευση των σλαβόφωνων κατοίκων στη Βουλγαρία, όσοι κατείχαν ακίνητη περιουσία είχαν υποβάλλει αιτήσεις στην ελληνική κυβέρνηση για ρευστοποίησή της. Στην περιοχή της Παιονίας ο αριθμός αιτήσεων ρευστοποίησης περιουσιών σλαβόφωνων ήταν:
Γουμένισσα 286, Αξιούπολη 172, Γρίβα 94, Γοργόπη 78, Καστανερή 75, Τούμπα 74, Πολύκαστρο 47, Εύζωνοι 44, Γερακώνας 39, Στάθης 30, Ειδομένη 28, Πευκόδασος 27, Φιλυριά 24, Καμποχώρι 23, Δογάνη 20,  Πεντάλοφο 20, Πηγή 17, Ευρωπός 10, Σκρά 8, Κάρπη 3, Κούπα 1





Από το περιοδικό της νεολαίας του Ι. Μεταξά Ε.Ο.Ν. "Η ΝΕΟΛΑΙΑ" τχ.2 της 22/10/1938 







Δεκαετία του '40


Την 25 Ιανουαρίου 1941 κάτοικοι του χωριού Εύζωνοι και των γύρω χωριών αντιδρούν κατά της απόφασης του γερμανικού στρατού κατοχής να παραχωρήσει τη διοίκηση του χωριού στους Βούλγαρους. Στα επεισόδια που γίνονται σκοτώνονται 3 Έλληνες. Οι Βούλγαροι επιχείρησαν να συλλάβουν και να δολοφονήσουν τους κατοίκους των Ευζώνων όμως με παρέμβαση μονάδας του γερμανικού στρατού αποτράπηκε η σφαγή κι απελευθερώθηκαν όσοι κρατούνταν.

Σύμφωνα με το βιβλίο του Κωνσταντίνου Σ. Αντωνίου «Ιστορία της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής 1833 – 1967»: Τις πρωινές ώρες της 18/6/1941 Βούλγαροι Κομιτατζήδες επιτέθηκαν με ατομικά αυτόματα όπλα κατά του Σταθμού Χωροφυλακές Ευζώνων. Η συμμορία αποκρούσθηκε από τους χωροφύλακες.


Τις νυχτερινές ώρες της 3 Δεκεμβρίου 1942 αντάρτες του ΕΛΑΣ Πάικου αιφνιδιάζουν την φρουρά της γέφυρας του Αξιού στην Αξιούπολη. Εξοντώθηκαν οι Γερμανοί στρατιώτες της φρουράς και ακολούθησαν τους αντάρτες οι Έλληνες φρουροί της γέφυρας.
   
Στην Έκθεση σχετικά με τη «Συμμετοχή ανδρών της Χωροφυλακής στην Εθνική Αντίσταση» του ε.α. Αντιστρατήγου Χωροφυλακής Κωνσταντίνου Μήτσου, αρχηγού της Π.Α.Ο.  (Πανελλήνιας Απελευθερωτικής Οργάνωσης) κατά την κατοχή, αναφέρεται: «Την 3 Αυγούστου 1943 ό οπλαρχηγός Δημ. Γεωργαντάς εξώντωσεν εξ ολοκλήρου ομάδα Βουλγάρικου Στρατού εκ 14 ανδρών παρά την Γευγελήν».


Σύμφωνα με το βιβλίο «Η κατά της Μακεδονίας επιβουλή» Γεωργίου Α.  Λεβέντη – 1991 – Νέα Θέσις: «Από τις 16 Ιανουαρίου 1944 μέχρι τις 10 Φεβρουαρίου 1944, δυνάμεις του βουλγαρικού στρατού, με την ανοχή της Γερμανικής Στρατιωτικής Διοίκησης της Μακεδονίας, εισβάλλουν στην περιοχή από την κωμόπολη Γευγελή και λεηλατούν τα χωριά Χαμηλό, Πλάγια, Δογάνη, Φανός».


Βουλγάρικα καταναγκαστικά τάγματα εργασίας (Ντουρντουβάκια)
στον Αξιό ποταμό τον Ιούνιο του 1942


Στις 17 Ιανουαρίου 1944, βουλγαρικός στρατός εισβάλλει στο χωριό Φανός, δολοφονεί 10άδες χωρικούς και πυρπολεί 40 σπίτια. Οι γερμανικές αρχές κατοχής κι η χωροφυλακή δεν έσπευσαν εγκαίρως ώστε να εμποδίσουν την απάνθρωπη βουλγαρική θηριωδία. Την ίδια μέρα οι Βούλγαροι εισβάλλουν στα Πλάγια όπου πυρπολούν σπίτια, στο Χαμηλό και τη Δογάνη. 
Αποσπάσματα της ίδια δύναμης, σύμφωνα με πληροφορίες του διαδικτύου, εισβάλλουν στην Περίκλεια Πέλλας και δολοφονούν 7 άτομα, εισβάλλουν στη Λαγκαδιά Πέλλας και δολοφονούν τον Μακεδονομάχο Παπα-Νώε και 17 κατοίκους.

Στις 22 Ιανουαρίου 1944 βουλγαρικός στρατός εισβάλλει στο χωριό Νότια Πέλλας συγκεντρώνει 40 κατοίκους του χωριού και τους δολοφονεί στην τοποθεσία "άσπρα χώματα". 

Στις 18 Φεβρουαρίου 1944, σε ενέδρα του 30ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ  κατά Γερμανικού οχήματος  έξω από τη Γουμένισσα, σκοτώνονται 4 Γερμανοί αξιωματικοί και οπλίτες και αποκομίζονται λάφυρα το όχημα κι ο οπλισμός τους.

Στις 26 Φεβρουαρίου 1944, τμήμα  του 13ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ  εξοντώνει  τη γερμανική φρουρά της γέφυρας του Αξιού στο Πολύκαστρο του Κιλκίς  και διενεργεί σαμποτάζ  στη σιδηροδρομική γραμμή.

   Σύμφωνα με πηγές του διαδικτύου, στις 16 Μαρτίου 1944 οι αντάρτες του ΕΛΑΣ επιτίθενται στο χωριό Άγιος Πέτρος Κιλκίς καίνε σπίτια του χωριού κι εκτελούν περίπου 100 χωρικούς.

Στις 25 Μαΐου 1944 οι γερμανικές αρχές κατοχής εκτελούν στη Γουμένισσα 52 κατοίκους της περιοχής.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Πανελλήνιας Οργάνωσης Αγωνιστών Εθνικής Αντίστασης Θεσσαλονίκης: Στις 29 Μαΐου 1944 τμήματα του ΕΛΑΣ ανατινάζουν τη σιδηροδρομική γραμμή και χτυπάνε τους Γερμανούς στη θέση Κοτζά Ντερέ μεταξύ Αξιούπολης και Ειδομένης Κιλκίς, με σημαντικές απώλειες.

Σύμφωνα με πηγές του διαδικτύου, τη νύχτα της 3-4 Ιουλίου 1944, αντάρτες του 30ου Συντάγματος του ΕΛ.ΑΣ. επιτέθηκαν κατά γερμανικών δυνάμεων στη Γουμένισσα.

Σε δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ της 5/10/1944 αναφέρεται: «Κατά πληροφορίες μεγάλες μάχες διεξάγονται μεταξύ ανταρτών και Γερμανών στα ελληνο-γιουγκοσλαβικά σύνορα. Οι αντάρτες απειλούν τον σπουδαίο σιδηροδρομικό σταθμό Ειδομένης πλησίον της οποίας σκότωσαν τουλάχιστον 50 Γερμανούς.



4 Νοεμβρίου 1944  Η μάχη του Κιλκίς
Η μάχη του Κιλκίς δεν διεξήχθη στην περιοχή της Παιονίας, αλλά στη μάχη εκείνη μετείχαν και χάθηκαν  Πλαγιώτες και πολλοί άλλοι μαχητές από τα μέρη της Παιονίας. Στο βιβλίο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών «Οι Μακεδονομάχοι αδερφοί Δογιάμα» του Κωνσταντίνου Δογιάμα, έκδοσης Universal studio press – 2009, στις σελίδες 13 και 14 αναφέρονται στοιχεία σχετικά με τη Μάχη του Κιλκίς και τη συμμετοχή στα γεγονότα κατοίκων της επαρχίας Παιονίας.  

Στο διαδίκτυο -ανάλογα με την πολιτική απόχρωση των μαρτύρων- υπάρχουν αντικρουόμενα στοιχεία σχετικά με τη μάχη. Το γενικό συμπέρασμα όσων αναφέρονται είναι: Στη μάχη του Κιλκίς το Νοέμβριο του 1944, μόλις δηλαδή είχαν αποχωρήσει οι Γερμανοί κατακτητές, πολέμησαν οι δυνάμεις των ανταρτών της Αριστεράς κατά δυνάμεων αντικομουνιστικών ενόπλων ομάδων της Κεντρικής Μακεδονίας που είχαν οχυρωθεί  στην πόλη και στο λόφο του Κιλκίς. Μετά από πολύωρες μάχες και την ήττα των αντικομουνιστικών ομάδων, ακολούθησε είσοδος στην πόλη του Κιλκίς των ανταρτικών δυνάμεων και πολυήμερη σφαγή συνολικά 7.500 περίπου ενόπλων και αντιφρονούντων πολιτών που είχαν αιχμαλωτισθεί από τους αντάρτες.

Πηγές με διάφορες εκδοχές για τα γεγονότα του Κιλκίς:






                                                                                                                    ₪







   Το 1945 πρωτολειτούργησε το Γυμνάσιο Γουμένισσας, αρχικά ως παράρτημα του Β' Γυμνασίου Αρρένων Θεσσαλονίκης (έως το 1951) και έπειτα (μέχρι το 1961) ως παράρτημα του Μικτού Γυμνασίου Κιλκίς. Το σχολικό έτος 1946 – 1947, λειτούργησε το Γυμνάσιο Γουμένισσας, στο οποίο ακαταπόνητες προσπάθειες κατέβαλε ο πρώτος διευθυντής του, Παναγιώτης Ροδόπουλος.


Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936 -1950» του Απόστολου Δασκαλάκη την νύχτα της 3/4 Ιουλίου 1946 ομάδα 20 περίπου ανταρτών επιτέθηκε στον Σταθμό Χωροφυλακής Ειδομένης κατά 9 χωροφυλάκων. Δόθηκε μάχη επί μιάμιση ώρα με συνέπεια να τραυματιστεί ένας χωροφύλακας και δύο αντάρτες.


Δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ της 5/7/1946 σχετικό με την επίθεση στο Σταθμό Χωρ/κης Ειδομένης.


Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Ειδομένης: Τη νύχτα της 15/16 Αυγούστου 1946, στο ενδιάμεσο της διαδρομής Ευζώνων - Ειδομένης, στην περιοχή του κάμπου, δολοφονήθηκε ο δάσκαλος της Ειδομένης Γεώργιος Σιδηρόπουλος από τον αντάρτη Βασίλειο Μαρτινίδη, (Τσικ-Βασίλη) πρώην μαθητή του, για πολιτικούς λόγους.


Άρθρο της εφημερίδας ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ της 17/8/1946 που αναφέρει μεταξύ άλλων τη δολοφονία του δάσκαλου Σιδηρόπουλου.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα «Σκεφτόμαστε Ελληνικά» Στις 15 Νοεμβρίου 1946 δύναμη περίπου 800 ανταρτών εξουδετερώνει τη φρουρά του Σκρά (5 αξιωματικούς και 40 στρατιώτες της Εθνικής Φρουράς). Οι αντάρτες εισβάλλουν στο χωριό από την περιοχή της Γιουγκοσλαβίας και μεταξύ άλλων κατοίκων-θυμάτων τους, βασανίζουν με ιδιαίτερη σκληρότητα και τελικά δολοφονούν τη δασκάλα του χωριού Βασιλική Παπαθανασίου.

Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936 -1950» του Απόστολου Δασκαλάκη την νύχτα της 26 Μαΐου 1947 25μελής έφιππη ομάδα ανταρτών επιτέθηκε στον Σταθμό χωροφυλακής Άσπρου. Δόθηκε μάχη μιας ώρας κατά την οποία σκοτώθηκε ο αστυνομικός σταθμάρχης.

Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936 -1950» του Απόστολου Δασκαλάκη την νύχτα της 19 προς 20 Ιουνίου 1947 300μελής ομάδα ανταρτών επιτέθηκε κατά της Γουμένισσας και της δύναμης της Χωροφυλακής. Από την 5ωρη μάχη έχασε τη ζωή του ένας οπλίτης ΜΑΥ κι ένας αντάρτης.

Σύμφωνα με το βιβλίο «Ιστορία Ελληνικής Χωροφυλακής 1936 -1950» του Απόστολου Δασκαλάκη, τα μεσάνυχτα 13 προς 14 Μαρτίου 1948 300μελής ομάδα ανταρτών επιτέθηκε στον Σταθμό Χωροφυλακής Αξιουπόλεως. Δόθηκε 4ωρη μάχη στην οποία σκοτώθηκαν ένας χωροφύλακας, ένας οπλίτης ΜΑΥ κι ένας αντάρτης.

Δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ της 27/7/1948 αναφέρει πως φλέγεται ο ορεινός όγκος του Πάικου από τις επιχειρήσεις του  εθνικού στρατού κατά των ανταρτών.

Δημοσίευμα της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ της 29/9/1948 αναφέρει πως την 27/9/1948 πολυμελής ομάδα ανταρτών εισέβαλε στο χωριό Πευκόδασος, στρατολόγησε 5 κατοίκους, μάζεψε τρόφιμα από τους χωρικούς και τράπηκε σε φυγή μετά την καταδίωξή της από τη στρατιωτική δύναμη της περιοχής.

Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της Ειδομένης: Τη νύχτα της 8ης προς 9ης Ιανουαρίου 1949 το κτίριο του σχολείου Ειδομένης δέχθηκε την επίθεση των ανταρτών εναντίον της χωροφυλακής (η δύναμη της οποίας είχε αναπτυχθεί για λόγους ασφαλείας στο κτήριο του σχολείου) και στη διάρκεια της μάχης πυρπολήθηκε και αποτεφρώθηκε το κτίριο μαζί με τα αρχεία του σχολείου.
  

                Κοτζά Ντερέ - Απομεινάρια της γέφυρας οδικού δικτύου Πλαγίων - Αξιουπόλεως
                                        που την ανατίναξαν οι αντάρτες τη δεκαετία του '40.